Ονομάζεται Panigale V4 και σηματοδοτεί ένα νέο και πολύ σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία της Ducati, μια «συμφωνία» απόδοσης και συναισθημάτων 100% Ιταλική. Η Panigale V4 είναι η πρώτη μοτοσυκλέτα μαζικής παραγωγής της Ducati, η οποία εφοδιάζεται με τετρακύλινδρο κινητήρα που προέρχεται από την Desmosedici του MotoGP.
Η πολυαναμενόμενη AMG έκδοση της Mercedes C-Class Coupe έφτασε, και σύμφωνα με την εταιρεία είναι η πιο «σπορ» C όλων των εποχών.
Το αυτοκίνητο, εκτός από την πιο επιθετική εμφάνιση, απέκτησε και τον V8 biturbo των 4 λίτρων, που στην έκδοση S αποδίδει 510 ίππους.
Η αναβάθμιση περιλαμβάνει και τις αναρτήσεις, με το AMG RIDE CONTROL σε συνδυασμό με τα φαρδύτερα ελαστικά να εγγυώνται άψογη οδηγική συμπεριφορά. Η εξάτμιση με το μεταβλητό ήχο ανάλογα με τη χρήση, συμπληρώνει το σκηνικό.
Η AMG C63 θα είναι διαθέσιμη σε δύο εκδόσεις, με τη μία (S) να διαθέτει λίγη περισσότερη δύναμη. Το σύστημα μετάδοσης και στις δύο θα είναι το AMG SPEEDSHIFT MCT 7, που σύμφωνα με την εταιρεία αποτελεί την ιδανική επιλογή.
Το αμάξωμα της F12berlinetta έχει σχεδιαστεί από το Ferrari Styling Centre και τον οίκο Pininfarina, και μοιράζεται ορισμένα στιλιστικά στοιχεία με άλλα πρόσφατα μοντέλα της Ferrari. Αυτό περιλαμβάνει μια μπροστινή γρίλια παρόμοια με την Ferrari FF και προβολείς κοινούς με τις FF και 458 Italia. Το εσωτερικό της, που βασίζεται σε αυτό της FF, διαθέτει νέα ταπετσαρία από «Frau δέρμα», σε συνδυασμό και με αρκετά στοιχεία από αλουμίνιο και επένδυση από ανθρακονήματα. Επιπλέον, έχει αυξηθεί ο χώρος αποσκευών σε σχέση με την προκάτοχο 599
Η F12berlinetta χρησιμοποιεί ατμοσφαιρικό 12-κύλινδρο κινητήρα, διάταξης V12 σε γωνία 65° και κυβισμού 6.262 cm³, κοινό με αυτόν της Ferrari FF. Το μηχανικό αυτό σύνολο, παράγει 740 PS (544 kW, 730 hp) στις 8.250 στροφές το λεπτό και 690 N·m ροπής στις 6.000 στροφές το λεπτό, καθιστώντας την έτσι το πιο ισχυρό αυτοκίνητο δρόμου της Ferrari έως τότε. Αυτό επιτρέπει στη F12berlinetta να επιταχύνει από 0 στα 100 km/h σε 3,1 δευτερόλεπτα και επιτάχυνση 0 – 200 km/h σε 8,5 δευτερόλεπτα, με την τελική ταχύτητα πάνω από 340 χλμ/ώρα.[2] Ο κινητήρας της F12berlinetta έχει σχεδιαστεί ώστε να είναι πιο αποδοτικός από αυτόν της 599, καθώς επίσης και πιο ισχυρός. Το σύστημα διαχείρισης του κινητήρα έχει προσαρμοστεί με το σύστημα Hele της Ferrari, για να μειώσει την κατανάλωση καυσίμου στο ρελαντί. Η Ferrari αναφέρει ότι η F12berlinetta μπορεί να επιτύχει κατανάλωση 15,7 λίτρα στα 100 km (βελτίωση κατά 30% σε σχέση με την 599) και ότι εκπέμπει 350 gr/km CO2.
Μετάδοση Από κοινού με τις California, 458 Italia και FF, η F12berlinetta μεταδίδει την ισχύ μέσω ενός 7-τάχυτου ημι-αυτόματου κιβωτίου ταχυτήτων διπλού συμπλέκτη, που λειτουργεί από τον οδηγό με «paddles» (μοχλούς αλλαγής ταχυτήτων) πίσω από το τιμόνι. Σε σύγκριση με παρόμοια μοντέλα, η F12berlinetta χρησιμοποιεί μειωμένες σχέσεις μετάδοσης για να φτάσει τη δύναμη του κινητήρα.
Πλαίσιο
Το σαλόνι μιας Ferrari F12berlinetta TRS το 2015. Η F12berlinetta είναι φτιαγμένη γύρω από ένα πλαίσιο χωροδικτυώματος αλουμινίου, σε συνεργασία με τη Scaglietti. Το σασί αποτελείται από 12 διαφορετικά κράματα αλουμινίου και βελτιώνει την δομική ακαμψία κατά 20% σε σχέση με την 599, ενώ μείωσε το βάρος κατά 70 κιλά. Το κέντρο βάρους έχει χαμηλώσει κατά 25 χιλιοστά. Η κατανομή βάρους της F12berlinetta είναι 46% εμπρός / 54% πίσω.[1][2][3]
Όπως και σε άλλα σύγχρονα μοντέλα της Ferrari, η F12berlinetta χρησιμοποιεί τα τρίτης γενιάς κεραμικά δισκόφρενα (CCM3) από άνθρακα της Ferrari, ABS, μαγνητοροϊκή ανάρτηση SCM-Ε, ένα ηλεκτρονικό διαφορικό περιορισμένης ολίσθησης, το σύστημα ελέγχου ευστάθειας ESP Premium και το σύστημα ελέγχου πρόσφυσης F1-Trac. Η σταθερότητα του αυτοκινήτου και το σύστημα ελέγχου πρόσφυσης, η ανάρτηση και άλλες ρυθμίσεις ελέγχονται από το καντράν Manettino, που ελέγχεται από το τιμόνι.
Η F12berlinetta είναι εξοπλισμένη με ελαστικά Michelin Pilot Super Sport, με προδιαγραφές 255/35ZR20 μπροστά και 315/35ZR20 πίσω.
Αεροδυναμική
Το αεροδυναμικό προφίλ μιας F12berlinetta στην Αριζόνα, ΗΠΑ. Η F12berlinetta έκανε εκτενή χρήση των αεροδυναμικών τεχνικών, με βάση την Ferrari 599XX και τα προγράμματα της Formula 1, που αναπτύχθηκαν σε αεροδυναμική σήραγγα και με δοκιμές αναλύσεων της δυναμικής του αέρα. Ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της, με σκοπό τη βελτίωση της αεροδυναμικής, είναι το Aero Bridge, ένα κανάλι αέρα που εκτείνεται από το καπό, μέσα από τις πλαγιές και κατά μήκος των πλευρών του οχήματος, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που αυξάνει την αεροδυναμική πίεση. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της, είναι η σύνδεση και ενεργοποίηση των αγωγών ψύξης των φρένων (Active Brake Cooling), που ανοίγουν για να κατευθύνει την ψύξη του αέρα μόνο όταν τα φρένα είναι καυτά, και η διατήρησή τους κλειστά άλλες φορές, για να μειώσει την αεροδυναμική αντίσταση. Η F12berlinetta παράγει 123 κιλά κάθετης δύναμης στα 200 km/h, μια εντυπωσιακή αύξηση της τάξης του 76% σε σχέση με την Ferrari 599, και έχει συντελεστή οπισθέλκουσας Cd μόλις στο 0,299.
Το μεγάλο νέο για το RSV4 1100 Factory του 2020 είναι η προσθήκη των κορυφαίων ηλεκτρονικών ημί-ενεργητικών αναρτήσεων της Ohlins, αναρτήσεις που περιέργως φόρεσε πρώτα το Tuono V4 του 2019.
Όπως γράφει η Aprilia στο press kit των RSV4, “Είχαμε πει πως δεν θα χρησιμοποιούσαμε ποτέ ημί-ενεργητικές αναρτήσεις, αν δεν έφτανε η ώρα που το χρονόμετρο θα έδειχνε ξεκάθαρα την υπεροχή τους σε χρόνους στην πίστα. Αυτή η ώρα έφτασε.” Εντυπωσιακή εισαγωγή, δεν βρίσκετε; Και η συνέχεια δεν πηγαίνει πίσω όμως!
“Μετά από 2 χρόνια εξέλιξης σε στενή συνεργασία με τους τεχνικούς της Ohlins, και χάρη και στην εμπειρία που συλλέξαμε με το Tuono V4 1100 Factory, που ήδη φέρει τις αναρτήσεις αυτές, οι ημί-ενεργητικές αναρτήσεις έφτασαν και στην RSV4 1100 Factory.
Το σύστημα EC 2.0 της Ohlins είναι ειδικά ρυθμισμένο για την RSV4, χάρη σε εντατική εξέλιξη από τους Σουηδούς και Ιταλούς τεχνικούς, που ξόδεψαν πολύ χρόνο στις πιο σκληρές και απαιτητικές πίστες, όπως η Imola και το Mugello, αλλά και στον δρόμο, πριν το χρονόμετρο, ο μόνος κριτής όταν αναφερόμαστε σε βελτιώσεις πάνω στο project RSV4, επιτέλους επιβεβαίωσε πως ο πρωταρχικός στόχος είχε επιτευχθεί, η πληροφόρηση του αναβάτη μαζί με τις επιδόσεις είχαν αμφότερες βελτιωθεί, κόβοντας μισό δευτερόλεπτο στον γύρο σε σχέση με το προηγούμενο RSV4 1100 Factory με τις μηχανικές αναρτήσεις.
Στην πραγματικότητα, οι αναρτήσεις του προηγούμενου μοντέλου, με το νέο, είναι πολύ διαφορετικές και στο εσωτερικό τους, με αναθεωρημένη λειτουργία.
Η μονάδα ελέγχου του συστήματος Ohlins Smart EC 2.0 έχει πρόσβαση σε όλα τα ηλεκτρονικά συστήματα της μοτοσυκλέτας, έχοντας την ικανότητα να αναγνωρίζει όλες τις φάσεις της οδήγησης, και να αλλάζει τη συμπεριφορά του πιρουνιού, του πίσω αμορτισέρ και του σταμπιλιζατέρ, χάρη στην εξέλιξη ενός αλγόριθμου, που αποτελεί καρπό της συνεργασίας Aprilia και Ohlins.
Ως αποτέλεσμα οι αναρτήσεις υποστηρίζουν καλύτερα τον αναβάτη σε κάθε φάση της οδήγησης στην πίστα, προσφέροντας καλύτερη πληροφόρηση από τον μπροστινό τροχό, ένα χαρακτηριστικό που ήταν πάντα σημαντικό σε όλα τα RSV4. Επιπρόσθετα, η αυξημένη ικανότητα να εξαφανίζει τις ατέλειες του οδοστρώματος προσθέτουν χρηστικότητα και ευχαρίστηση και στον δρόμο.
Η συγκεκριμένη τεχνολογία των έξυπνων EC 2.0 ημί-ενεργητικών αναρτήσεων επιτρέπει εύκολη αλλά και custom ρύθμιση πιρουνιού και αμορτισέρ με 2 mode: ημί-ενεργητικό και manual, mode που μπορούν να επιλεγούν με τα κουμπιά στο γκριπ. Τρεις χάρτες ρυθμίζουν τις αναρτήσεις με διαφορετικό τρόπο, ο πρώτος (Α1) έχει εξελιχθεί για χρήση με slick ελαστικά, ειδικά σε πίστες με πολύ καλή άσφαλτο. Ο δεύτερος (Α2) για ελαστικά με χάραξη, σε πίστες με άσφαλτο μέτριας ποιότητας, και ο τρίτος (Α3) ειδικά για χρήση δρόμου.
Στo manual mode, έχουμε 3 ακόμα χάρτες, M1, M2 και M3, που προσφέρουν διαφορετική λειτουργία, αλλά χωρίς ημί-ενεργητική (χωρίς real-time αλλαγές δηλαδή) λειτουργία, όπως και με τις μηχανικές αναρτήσεις.
Τόσο στο ημί-ενεργητικό mode όσο και στο manual mode, ο χρήστης μπορεί να καλιμπράρει τις αναρτήσεις, ώστε να τις φέρει ακριβώς στα μέτρα του (σς. ή να τις χαλάσει εντελώς αν δεν ξέρει τι κάνει).
Το σταμπιλιζατέρ της Ohlins λειτουργεί επίσης ηλεκτρονικά, και ρυθμίζεται αναλόγως με τα mode και τους χάρτες που έχει επιλέξει ο αναβάτης.
Οι ρυθμίσεις γίνονται πιο εύκολες με τη βοήθεια του OBTi (Objective Based Tuning Interface), του μενού δηλαδή στην TFT οθόνη των 4.3 ιντσών του Factory.
Τέλος, υπάρχει πάντα και η επιλογή για μηχανική ρύθμιση της προφόρτισης τόσο στο πιρούνι όσο και στο αμορτισέρ.
Στα υπολοιπα χαρακτηριστικά της, και πέρα από τον νέο τρικολόρ χρωματισμό, η Aprilia RSV4 1100 Factory παραμένει σχεδόν ίδια με το μοντέλο του 2019.
Στο δαιδαλώδες press kit της Aprilia, διακρίνουμε πως ο χρονισμός των βαλβίδων είναι νέος, ενώ μακρύτερο είναι το γρανάζωμα για 5η και 6η σχέση.
Ο ηλεκτρονικός ψεκασμός έχει μικρές αλλαγές, η μέγιστη ιπποδύναμη ανακοινώνεται στους 217hp/13.200rpm, ενώ η μέγιστη ροπή δηλώνεται επίσημα στα 12,45kgm/11.00rpm, κι όλα αυτά για 199 γεμάτα κιλά!
Στο ηλεκτρονικό οπλοστάσιο του RSV4 1100 Factory βρίσκεται η τέταρτη γενιά της σουίτας APRC που περιλαμβάνει τα συστήματα ATC (Aprilia Traction Control), AWC (Aprilia Wheelie Control), ALC (Aprilia Launch Control), AQS (Aprilia Quick Shift), και APL (Aprilia Pit Limiter), ACC (Aprilia Cruise Control).
Παράλληλα έχουμε και multimap Cornering ABS εξελιγμένο με την Bosch, που δουλεύει μαζί με το σύστημα ελαχιστοποίησης της ανύψωσης του πίσω τροχού RLM (Rear Liftip Mitigation).
Τέλος, έχουμε και 3 χάρτες κινητήρα (Sport, Track, Race), και συνδεσιμότητα μέσω Bluetooth με το smartphone του αναβάτη, για τηλεμετρία, καλιμπράρισμα ηλεκτρονικών μέσω κινητού ή laptop, και ανάλυση όπως ακριβώς στους αγώνες!